«Συμβολή νοσηλευτή και αξιοποίηση τεχνολογιών στη βελτίωση της συμμόρφωσης των ασθενών με Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδης Νόσους του Εντέρου στις βιολογικές θεραπείες Infliximab και Adalimumab.»

Date
Authors
University
Faculty
School of Sciences
Department
Abstract
Εισαγωγή: Οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (ΙΦΝΕ) αποτελούν χρόνιες, προοδευτικές φλεγμονώδεις διαταραχές του γαστρεντερικού σωλήνα, που χαρακτηρίζονται από υποτροπές και περιόδους ύφεσης και πιθανές εξωεντερικές εκδηλώσεις. Πρόκειται για παγκόσμια νοσήματα που επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και η συχνότητα των οποίων βαίνει ολοένα αυξανόμενη. Παρόλο που η συμμόρφωση με την φαρμακευτική αγωγή είναι ζωτικής σημασίας για τον έλεγχο της νόσου και την πρόληψη των επιπλοκών αυτής, οι ΙΦΝΕ αποτελούν νοσήματα υψηλού κινδύνου για κακή συμμόρφωση των ασθενών.
Σκοπός: Σκοπό της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της συμβολής του νοσηλευτή στη συμμόρφωση των ασθενών με ΙΦΝΕ, στις βιολογικές θεραπείες Adalimumab και Infliximab, καθώς και στη βελτίωση αυτής αξιοποιώντας τη χρήση τεχνολογίας.
Μεθοδολογία: Πρόκειται για μια προοπτική πολυκεντρική ερευνητική μελέτη παρέμβασης η οποία διεξήχθη με τη συμμετοχή ασθενών με ΙΦΝΕ από το Σεπτέμβριο του 2017 έως τον Ιανουαρίου του 2018. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω της χρήσης αυτοσυμπληρούμενου ερωτηματολογίου αποτελούμενου από το IBD Compliance Questionnaire με ερωτήσεις σχετικές με τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών, τα χαρακτηριστικά της νόσου, το βαθμό της συμμόρφωσης με τη λαμβανόμενη φαρμακευτική αγωγή και τους παράγοντες που την επηρεάζουν, την ελληνική έκδοση του ερωτηματολογίου SF-12 και την κλίμακα Short Inflammatory Bowel Disease Questionnaire (s-IBDQ). Οι ασθενείς προσεγγίστηκαν άμεσα χρησιμοποιώντας τη δειγματοληψία ευκολίας σε νοσηλευτήρια και κέντρα θεραπείας ασθενών με ΙΦΝΕ της Ελλάδας κα της Κύπρου. Η συμπλήρωση του ερωτηματολογίου πραγματοποιήθηκε πριν και μετά από την εφαρμογή εκπαιδευτικής νοσηλευτικής παρέμβασης για τη βελτίωση της συμμόρφωσης των ασθενών με την αγωγή. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω του στατιστικού προγράμματος S.P.S.S. 25 με τη χρήση μεθόδων της περιγραφικής και επαγωγικής στατιστικής. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας τέθηκε στο 0,05.
Αποτελέσματα: Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 150 ασθενείς με ΙΦΝΕ εκ των οποίων το 52,7% έπασχαν από Νόσο Crohn. Το 55,3% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες και τα δύο τρίτα περίπου των ασθενών (66,7%) είχαν διάρκεια νόσου μικρότερη των 10 ετών. Από τους συμμετέχοντες ασθενείς το 68,7% λάμβανε θεραπεία με Infliximab και το 31,3% με Adalimumab. Το ποσοστό των ασθενών που λάμβαναν πάντα τη φαρμακευτική αγωγή τους ακόμη και εάν δεν είχαν συμπτώματα ή ενοχλήσεις ανήλθε σε 48,7% πριν την παρέμβαση και σε και σε 48% μετά από αυτή. Τα αντίστοιχα ποσοστά επί ύπαρξης συμπτωμάτων ανήλθαν σε 84% και 82,7%. Στο 27,3% των περιπτώσεων ως λόγος μη λήψης αναφέρθηκε η λήθη, ενώ οι καθημερινές υποχρεώσεις των ασθενών και η συχνότητα λήψης του φαρμάκου, αναφέρθηκαν ως αίτια από το 50% και το 36,7% των συμμετεχόντων αντίστοιχα. Τόσο πριν όσο και μετά την εκπαιδευτική νοσηλευτική παρέμβαση η συμμόρφωση με τη θεραπεία συσχετίστηκε με το φύλο (p=0,030 πριν και 0,043 μετά), την ηλικία (p<0,001 πριν και μετά), τη διάρκεια της νόσου (p=0,011 πριν και 0,015 μετά) και τον τύπο της ΙΦΝΕ (p=0,005 πριν και 0,003 μετά) ακόμα και επί απουσίας συμπτωμάτων, ενώ επί παρουσίας συμπτωμάτων η συμμόρφωση με τη αγωγή συσχετίστηκε με τη διάρκεια της νόσου (p=0,001 πριν και <0,001 μετά) καθώς και με τη λήψη 5-ASA δισκίων, κοκκίων, υπόθετων ή κλυσμάτων (<0,001 πριν και μετά). Πριν την παρέμβαση η συμμόρφωση με τη θεραπεία συσχετίστηκε επίσης και με το είδος του λαμβανόμενου βιολογικού παράγοντα, Adalimumab ή Infliximab (0,030). Η ποιότητα της ζωής των συμμετεχόντων ασθενών διαπιστώθηκε ότι εμφανίζει μέτρια έκπτωση με τις συνολική μέση τιμή της βαθμολογίας της κλίμακας SIBDQ να ανέρχεται σε 54,4 (SD=9,7) πριν την παρέμβαση και σε 54,7 (SD=10) μετά από αυτή. Αντίστοιχα, η μέσες βαθμολογίες της κλίμακας SF-12 ανήλθαν σε 41,7 (SD=7,6) για τη διάσταση της ψυχικής υγείας πριν την παρέμβαση και σε 42 (SD=7,6) μετά από αυτή. Συνολικά, η νοσηλευτική παρέμβαση δεν συνοδεύτηκε από στατιστικά σημαντική μεταβολή των επιπέδων της συμμόρφωσης των ασθενών με την αγωγή ανεξαρτήτως της παρουσίας ή μη συμπτωμάτων, αν και συνέβαλε στη βελτίωση της ψυχικής υγείας των συμμετεχόντων ασθενών (p=0.044) όπως και της συνολικής ποιότητας της ζωής αυτών (p=0,001).
Συμπεράσματα: Η ενίσχυση της συμμόρφωσης με τη θεραπεία των ασθενών με ΙΦΝΕ αποτελεί πρόκληση για τους επαγγελματίες υγείας. Στην παρούσα μελέτη η συμμόρφωση συσχετίστηκε με παράγοντες όπως ο τύπος της νόσου, κοινωνικοδημογραφικούς παράγοντες και παράγοντες σχετιζόμενους με την αγωγή. Η διεξαγωγή πρόσθετων, μεγαλύτερων μελετών για την επιβεβαίωση των ευρημάτων αυτών είναι αναγκαία.
